Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας η υπογονιμότητα κατατάσσετε στα μείζονα θέματα της παγκόσμιας δημόσιας υγείας, ενώ η Βρετανική αρχή της Ανθρώπινης Γονιμότητας και Εμβρυολογίας εκτιμά ότι ένα στα έξι ζευγάρια θα αντιμετωπίσουν κατά τη διάρκεια της ζωής τους κάποιας μορφή υπογονιμότητα.
Η υπογονιμότητα μπορεί να αποτελέσει μια από τις πιο αγχογόνες καταστάσεις στην ζωή ενός ατόμου, συγκρινόμενη με το διαζύγιο ή τον θάνατο οικογενειακού μέλους. Για τα ζευγάρια που αντιμετωπίζουν δυσκολίες υπογονιμότητας η επιθυμία απόκτησης παιδιού σηματοδοτεί την έναρξη μιας δυσάρεστης εμπειρίας ζωής που επιβαρύνει την συναισθηματική, κοινωνική, επαγγελματική, οργανική και πνευματική ύπαρξη του ζευγαριού. Επιπλέον, η υπογονιμότητα αποτελεί όπως και στη χρόνια ασθένεια μια παρατεταμένη κατάσταση η οποία «απομυζεί» τους υπάρχοντες πόρους του ζευγαριού, δημιουργώντας ψυχολογική ανισορροπία, η οποία αναδύει συναισθηματικές αντιδράσεις και οδηγεί είτε σε προσαρμογή του ζευγαριού είτε σε παρατεταμένες συγκρούσεις.
Σε άλλες περιπτώσεις πάλι η υπογονιμότητα βιώνεται ως μια απροσδόκητη αλλαγή στη ζωή του ζευγαριού, ως μια προσωπική αποτυχία, ως μια εμπειρία βαρυσήμαντης απώλειας επιφέροντας αποπροσανατολισμό στον αρχικό σχεδιασμό του ζευγαριού, αναστάτωση στην γαμήλια σχέση και στους ρόλους, κρίση στην αυτοεκτίμηση, στην σεξουαλικότητα και στις αξίες του ατόμου. Ως επακόλουθο σε αρκετά άτομα που έρχονται αντιμέτωπα με την υπογονιμότητα συναντούμε καταθλιπτικά στοιχεία ή συμπτώματα άγχους. Τα συμπτώματα αυτά εκδηλώνονται μέσω ανησυχίας, νευρικότητας, δυσκολίας συγκέντρωσης και κόπωσης, θυμού, θλίψης, ενοχής, δυσφορίας, φθόνου ή ζήλιας προς την επιτυχία άλλων ενώ σε κάποιες άλλες περιπτώσεις δύναται να υπάρχει άρνηση ή καταπίεση των συναισθημάτων του θυμού και του άγχους.
Λόγω της μεγάλης εμπλοκής ψυχολογικών παραγόντων στα θέματα της υπογονιμότητας, οι εξειδικευμένοι επιστήμονες του κλάδου απαιτείται να συνδυάζουν ιατρικού και ψυχολογικού τύπου δεξιότητες. Η βιβλιογραφία προτείνει παράλληλη ψυχολογική υποστήριξη κατά την περίοδο της θεραπείας για όσα ζευγάρια το επιθυμούν. Επιπλέον τα ερευνητικά πορίσματα αναφέρουν μεγαλύτερες πιθανότητες σύλληψης σε γυναίκες με χαμηλότερα επίπεδα συναισθηματικής δυσφορίας.
Ενδεικτικότερη όλων είναι η Γνωσιακή Συμπεριφορική Θεραπεία η οποία αποτελεί μια δομημένη, βραχεία και προσανατολισμένη στο παρόν ψυχοθεραπεία. Έχει σαν στόχο την επίλυση των τρεχόντων προβλημάτων του ζευγαριού και την τροποποίηση του δυσλειτουργικού τρόπου σκέψης και συμπεριφοράς. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την μείωση των συμπτωμάτων άγχους ή κατάθλιψης και την εν δυνάμει αύξηση των πιθανοτήτων σύλληψης.
Αιμιλία Πίττα
Κλινική Ψυχολόγος/ Εργοθεραπεύτρια

