Της Έμιλυς Πίττα – Κλινικής Ψυχολόγου
Το περιστατικό αυτό δεν είναι θεωρητικό. Συνέβη πρόσφατα, σε μαθητικό διαγωνισμό
επιστήμης και μαθηματικών που πραγματοποιήθηκε στην Πάφο στα μέσα Μαρτίου.
Υπάρχουν στιγμές που δεν χρειάζονται μεγάλα λόγια για να καταλάβεις ότι κάτι δεν πήγε
καλά.
Αρκεί μια εικόνα: ένα παιδί να παρουσιάζει με πάθος τη δουλειά του και απέναντί του ένας
ενήλικας κριτής να κοιτάζει το κινητό του.
Και κάπου εκεί… κάτι σπάει, κάτι διαταράσσεται…
Όχι απλώς η ευγένεια. Όχι απλώς ο επαγγελματισμός. Διαταράσσεται η εμπιστοσύνη του
παιδιού προς τον ενήλικα, του μαθητή προς τον εκπαιδευτικό, του νέου προς την κοινωνία.
Και τα γεγονότα εξελίχθηκαν ως εξής:
Σε έναν μαθητικό διαγωνισμό επιστήμης και καινοτομίας, δύο νέα παιδιά μαθητές ακόμα,
στάθηκαν μπροστά σε κριτές για να παρουσιάσουν μια ιδέα που δεν γεννήθηκε τυχαία.
Δούλεψαν με πάθος, πειραματίστηκαν, απέτυχαν, πείσμωσαν, ξαναπροσπάθησαν.
Πίστεψαν στην ιδέα τους. Έφτασαν μέχρι την κατοχύρωση διπλώματος ευρεσιτεχνίας στις
Ηνωμένες Πολιτείες. Ξεχώρισαν ανάμεσα σε χιλιάδες ομάδες παγκοσμίως.
Και έπειτα… Πίστεψαν ότι αυτό που έχουν να πουν αξίζει να ακουστεί και στην χώρα τους.
Και το παρουσίασαν…
Αλλά το ερώτημα δεν είναι τί παρουσίασαν οι μαθητές.
Το ερώτημα είναι: ποιος τους άκουσε;
Γιατί όταν ένας κριτής είναι απών, όχι σωματικά, αλλά ουσιαστικά, τότε δεν αξιολογεί.
Απλώς υπάρχει στον χώρο. Και αυτό δεν είναι αρκετό. Δεν είναι αρκετό για έναν
διαγωνισμό. Δεν είναι αρκετό για την επιστήμη. Και σίγουρα δεν είναι αρκετό για παιδιά
που ζητούν κάτι πολύ απλό: προσοχή.
Δεν μιλάμε για το αποτέλεσμα. Οι διαγωνισμοί έχουν νικητές και μη νικητές. Αυτό είναι
δεδομένο. Αυτό που δεν είναι δεδομένο και δεν θα έπρεπε ποτέ να θεωρείται είναι η
αδιαφορία.
Γιατί όταν ζητάς από μαθητές να πληρώσουν, να προετοιμαστούν, να εκτεθούν, να
σταθούν μπροστά σε κοινό και κριτές, τους χρωστάς κάτι. Δεν τους χρωστάς βραβείο. Τους
χρωστάς σοβαρότητα, τους χρωστάς σεβασμό.
Και κυρίως, τους χρωστάς ανατροφοδότηση.
Η ανατροφοδότηση δεν είναι πολυτέλεια. Είναι ο λόγος που ένας νέος άνθρωπος θα
επιστρέψει την επόμενη φορά καλύτερος. Είναι αυτό που μετατρέπει την εμπειρία σε
μάθηση. Χωρίς αυτήν, τι μένει; Μια παρουσίαση που χάθηκε στον χρόνο και μια
απογοήτευση που μένει.
Και εδώ έρχεται η απάντηση του διοργανωτή.
Μια απάντηση που τυπικά εξηγεί. Μιλά για «κριτήρια παρουσίασης», για «επικοινωνία
προς μη ειδικούς», για έλλειψη χρόνου, για διαδικασίες. Λέει, με άλλα λόγια, ότι το
περιεχόμενο ακόμα και αν είναι εξαιρετικό, ακόμα και αν είναι καινοτόμο δεν είναι αυτό
που αξιολογείται πρωτίστως.
Και τότε παραμένει το ερώτημα, γιατί ονομάζεται διαγωνισμός επιστήμης και
μαθηματικών…
Και ίσως να έχει δίκιο.
Αλλά αυτό δεν είναι το θέμα.
Το θέμα δεν είναι τι αξιολογείται. Το θέμα είναι πώς αξιολογείται.
Γιατί ακόμα κι αν δεχτούμε ότι ο διαγωνισμός δίνει έμφαση στην παρουσίαση και όχι στην
εφεύρεση ή την επιστήμη, υπάρχει ένα όριο που δεν μπορεί να παρακαμφθεί: ο σεβασμός
προς τον μαθητή.
Δεν μπορείς να λες στον μαθητή «αξιολογώ την παρουσίασή σου» όταν δεν την
παρακολουθείς, όταν το κινητό σου είναι πιο σημαντικό από δύο νέα παιδιά που
προσπαθούν με πάθος να παρουσιάσουν τη δουλειά τους.
Δεν μπορείς να επικαλείσαι «έλλειψη χρόνου για σχόλια» όταν οι συμμετέχοντες μπήκαν
στη διαδικασία ακριβώς για να λάβουν καθοδήγηση.
Δεν μπορείς να μετατρέπεις έναν υποτιθέμενο επιστημονικό διαγωνισμό σε μια άσκηση
επιφανειακής παρουσίασης, χωρίς ουσιαστική εμπλοκή.
Γιατί τότε, δεν μιλάμε για εκπαίδευση.
Μιλάμε για διαδικασία χωρίς ουσία.
Και αυτό είναι που ενοχλεί περισσότερο.
Όχι η μη διάκριση. Αλλά η αίσθηση ότι η προσπάθεια δεν έτυχε της προσοχής που άξιζε.
Οι νέοι σήμερα δεν ζητούν εύσημα χωρίς λόγο. Ζητούν να τους πάρουμε στα σοβαρά. Και
όταν δεν το κάνουμε, το καταλαβαίνουν. Πιο γρήγορα απ’ όσο νομίζουμε.
Και τότε, δεν απογοητεύονται απλώς από έναν διαγωνισμό.
Απομακρύνονται από έναν χώρο που υποτίθεται ότι είναι φτιαγμένος για αυτούς.
Η ευθύνη, λοιπόν, δεν είναι δική τους.
Είναι δική μας.
Γιατί αν θέλουμε να μιλάμε για καινοτομία και για επιστήμη πρέπει πρώτα να μάθουμε να
ακούμε αυτούς που την δημιουργούν.
Ακόμα κι αν είναι παιδιά.

